Ο Πύργος της οδού Θήρας ξαφνιάζει αναπάντεχα τον περαστικό- ταξιδιώτη θυμίζοντας αλλοτινές δόξες της Πλατείας Αμερικής.
Αποτελεί ένα παράθυρο στο όνειρο, στον ρομαντισμό, στην αισιοδοξία. Το Κάστρο της Πατησίων (πραγματικό, με πολεμίστρες και οικόσημα) ή αλλιώς ο Πύργος στο νούμερο 54 της οδού Θήρας θα μπορούσε να αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα.
To ταξίδι στον χρόνο ξεκινά στις αρχές του 20ού αιώνα: τότε που η Πατησίων και η Αχαρνών αποτελούσαν τις κύριες οδικές αρτηρίες προς τις εξοχές ορίζοντας, ταυτόχρονα την πρώτη επέκταση του σχεδίου πόλεως Αθηνών με αποτέλεσμα να προσελκύουν τη νέα αστική τάξη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, ο Πύργος κτίστηκε το 1914 αποτελώντας ιδιοκτησία της αρχοντικής κεφαλονίτικης οικογένειας Τυπάλδου της περίφημης «Χρυσής Βίβλου», με ρίζες από τη Νάπολη της Ιταλίας. Εχοντας ζήσει ημέρες ακμής, από το 1993 παραμένει ακατοίκητος ενώ το 2008 χαρακτηρίζεται διατηρητέος. Στη σημερινή εικόνα εγκατάλειψης που παρουσιάζει «εγγράφονται» οι κατά καιρούς σημαντικές φθορές από σεισμούς, καιρικά φαινόμενα αλλά και από ανθρώπινες εισβολές. Ωστόσο, το όνειρο της σημερινής του ιδιοκτήτριας, της εξαιρετικά δραστήριας Σίλιας Καλλιμάνη, να αξιοποιηθεί και να αποτελέσει ένα ζωντανό πολιτιστικό κύτταρο ίσως και να πλησιάζει, επιτέλους, στην πραγματοποίησή του…
Ο πρώτος ιδιοκτήτης του Πύργου, Τζώρτζης Αλφονσάτος Τυπάλδος, πρώτος εξάδελφος της προγιαγιάς της σημερινής ιδιοκτήτριας ήταν «μερακλής, αγαπούσε την καλή ζωή και είχε πολλά ενδιαφέροντα: καλλιτεχνικά, λογοτεχνικά κ.λπ.» εξηγεί η κυρία Καλλιμάνη. Ο ίδιος θέλησε να χτίσει στην Αθήνα της εποχής εκείνης κάτι εντελώς διαφορετικό από τα συνήθη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σχετική έκθεση του Υπουργείου Περιβάλλοντος, ο Πύργος αποτελεί ένα από τα σπάνια δείγματα εφαρμογής του νεογοτθισμού που εκπορεύθηκε από την Αγγλία στα μέσα του 19ου αιώνα και, μάλιστα, μια ιδιαίτερα επιτυχημένη εκδοχή αυτού του στιλ. Πρόκειται για έργο ανώνυμου αρχιτέκτονα τον οποίον πιθανώς ο ιδιοκτήτης κάλεσε από το εξωτερικό. Το Κάστρο υψώνεται στο κέντρο της Αθήνας σε μια κατάφυτη έκταση ενώ στην εποχή του αποτελούσε πρότυπο «βίλας εξοχής».